Η Κομισιόν, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας (DG ENER), δημοσίευσε τη Δευτέρα ενημερωτικό κείμενο σχετικά με την ενεργειακή ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αφορμή τις πρόσφατες διαταραχές στις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Όπως σημειώνεται, οι διαταραχές αυτές προκάλεσαν νέες ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια πολιτών και επιχειρήσεων στην ΕΕ και διεθνώς, με την Κομισιόν να υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια αφορά τη διασφάλιση επαρκών προμηθειών ακόμη και σε περιόδους κρίσης, καθώς και τη σταθερότητα της οικονομίας και της κοινωνίας.
Όπως αναφέρεται, το ενεργειακό μείγμα της ΕΕ το 2024 περιλάμβανε πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα σε ποσοστό 38%, φυσικό αέριο 21%, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας 20%, πυρηνική ενέργεια 12% και στερεά καύσιμα 10%. Η ΕΕ παρήγαγε το 43% της ενέργειας που κατανάλωσε, ενώ το 57% προήλθε από εισαγωγές.
- Διαβάστε επίσης: Παράκαμψη του Ορμούζ: Τα σχέδια-μαμούθ για παράκαμψη των Στενών με αγωγούς και εναλλακτικές διαδρομές
Στο σκέλος της εγχώριας παραγωγής, σχεδόν το ήμισυ της ενέργειας προήλθε από ανανεώσιμες πηγές (48%), ενώ ακολούθησαν η πυρηνική ενέργεια (28%), τα στερεά καύσιμα (15%), το φυσικό αέριο (5%) και το πετρέλαιο (3%).
Αντίθετα, οι εισαγωγές ενέργειας της ΕΕ εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως σε ορυκτά καύσιμα, με τα πετρελαϊκά προϊόντα να αντιστοιχούν στο 67% των εισαγωγών, το φυσικό αέριο στο 24%, τα στερεά καύσιμα στο 4%, την ηλεκτρική ενέργεια στο 3% και τις ανανεώσιμες πηγές στο 2%.
Η DG ENER τονίζει ότι η μετάβαση σε ανανεώσιμες και χαμηλών εκπομπών πηγές ενέργειας, ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι χωρίς τις βελτιώσεις ενεργειακής αποδοτικότητας των τελευταίων 20 ετών, η κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ θα ήταν σήμερα κατά 27% υψηλότερη.
Επισημαίνεται πως η οικονομία που εξαρτάται από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων είναι ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες. Σημειώνεται πως το γεγονός αυτό έγινε εμφανές τόσο κατά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 όσο και το 2022, όταν η Ρωσία επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την εξάρτηση της Ευρώπης από την ενέργειά της στο πλαίσιο της εισβολής στην Ουκρανία.
Ειδική μνεία γίνεται και στις διαταραχές των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, με την Κομισιόν να σημειώνει ότι, παρά τις ανησυχίες που προκάλεσαν, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετωπίζει προς το παρόν άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια εφοδιασμού λόγω της περιορισμένης εξάρτησής της από την περιοχή και των υφιστάμενων μηχανισμών ετοιμότητας.
Γνωστοποιείται, εξάλλου, πως η ΕΕ προετοιμάζεται επίσης για νέους κινδύνους, όπως κυβερνοεπιθέσεις και φυσικές απειλές στις ενεργειακές υποδομές, καθώς και για την εξασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών (π.χ. λίθιο, νικέλιο, σπάνιες γαίες) απαραίτητων για καθαρές τεχνολογίες.
Η ανακοίνωση αναφέρει, επίσης, ότι η ΕΕ συνεχίζει τη στρατηγική διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών και προμηθευτών, με αυξημένο ρόλο του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), καθώς και τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης από ρωσικές εισαγωγές φυσικού αερίου, οι οποίες έχουν υποχωρήσει από 45% το 2021 σε 12% το 2025.
Στο πλαίσιο της πολιτικής ενεργειακής ασφάλειας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διατηρούν αποθέματα πετρελαίου για τουλάχιστον 90 ημέρες, ενώ σημαντικό μέρος της κατανάλωσης φυσικού αερίου καλύπτεται μέσω αποθηκευτικών εγκαταστάσεων.
Η DG ENER σημειώνει επίσης ότι η ενεργειακή μετάβαση, η ενίσχυση της ηλεκτροδότησης και τα συστήματα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών αποτελούν βασικούς άξονες για την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων, ενώ η Κομισιόν προετοιμάζει αναθεώρηση του πλαισίου ενεργειακής ασφάλειας εντός του έτους.







