Διαπιστώσεις για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν ο αγροτικός και ο αλιευτικός τομέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέκυψαν από το Συμβούλιο Γεωργίας και Αλιείας που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη στις Βρυξέλλες υπό την Κυπριακή Προεδρία.
Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, η Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Δρ. Μαρία Παναγιώτου, ανέφερε ότι η γεωργία και η αλιεία δεν είναι απλώς οικονομικοί τομείς, αλλά συνδέονται άμεσα με τους αγρότες και τους αλιείς που λειτουργούν υπό αυξανόμενη πίεση.
Το μέλλον των αγροτικών και παράκτιων κοινοτήτων, σημείωσε, εξαρτάται από τη σταθερότητα και τη δικαιοσύνη, ενώ κάθε πολίτης στην Ευρώπη αναμένει ασφαλή, ποιοτικά και προσιτά τρόφιμα.
Υπογράμμισε ότι το έργο της Κυπριακής Προεδρίας επικεντρώνεται στη διατήρηση της στρατηγικής κατεύθυνσης και της σταθερότητας σε περίοδο αβεβαιότητας, με έμφαση στην ανθεκτικότητα, την επισιτιστική ασφάλεια και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των πρωτογενών τομέων.
Αναφερόμενη στα βασικά σημεία του Συμβουλίου, η Υπουργός υπογράμμισε ότι η γεωργία αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του ευρωπαϊκού εμπορίου και συνδέεται στενά με τις παγκόσμιες εξελίξεις.
Επισήμανε ότι οι ανταλλαγές απόψεων επιβεβαίωσαν τον διττό ρόλο της Ε.Ε. ως κορυφαίου εξαγωγέα και εισαγωγέα αγροδιατροφικών προϊόντων, καθώς και τη σημασία της διατήρησης σταθερών και δίκαιων εμπορικών σχέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, έκανε αναφορά στην ανάγκη παρακολούθησης της εφαρμογής εμπορικών συμφωνιών, όπως η Μερκοσούρ και η Περιεκτική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (CETA), επισημαίνοντας ότι οι ευαίσθητοι αγροτικοί τομείς απαιτούν προσοχή ώστε να αποφεύγονται διαταραχές της αγοράς και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα οι κίνδυνοι.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι ισορροπημένες εμπορικές συμφωνίες μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για τον αγροδιατροφικό τομέα, στηρίζοντας την ανάπτυξη, τις εξαγωγές και την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη για δικαιοσύνη και αμοιβαιότητα, ώστε οι Ευρωπαίοι αγρότες να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις, με βάση τα υψηλά πρότυπα της Ε.Ε..
Συνολικά, συνέχισε, η συζήτηση επιβεβαίωσε την ανάγκη για μία ισορροπημένη εμπορική προσέγγιση. «Ανοιχτή όπου είναι δυνατόν, προστατευτική όπου είναι απαραίτητο και σταθερά βασισμένη στις πραγματικότητες και την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού γεωργικού τομέα», συμπλήρωσε.
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των λιπασμάτων, η Δρ. Παναγιώτου ανέφερε ότι η διαθεσιμότητα και η προσιτή τιμή τους επηρεάζουν άμεσα τους αγρότες και τους καταναλωτές, ενώ συνδέονται με την επισιτιστική ασφάλεια, την ανθεκτικότητα της γεωργίας και τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης.
Όπως σημείωσε, η γεωπολιτική αστάθεια, η ενεργειακή εξάρτηση και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού, επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και τα εισοδήματα των αγροτών, ενώ ασκούν πιέσεις και στις τιμές των τροφίμων.
Η Υπουργός ανέφερε ότι υπήρξε ευρεία αναγνώριση της ανάγκης ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αυτονομίας στον τομέα των λιπασμάτων, μέσω μέτρων που περιλαμβάνουν τη διαφοροποίηση των εισαγωγών, τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής και την προώθηση βιώσιμων και κυκλικών εναλλακτικών λύσεων.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η πράσινη μετάβαση πρέπει να συνοδεύεται από ρεαλιστικές λύσεις για τους αγρότες, ενώ επεσήμανε την ανάγκη αξιολόγησης του αντίκτυπου ευρωπαϊκών πολιτικών, όπως ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM) και το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο κόστος και την ανταγωνιστικότητα.
Παρατήρησε πως είναι σαφές ότι καμία μεμονωμένη λύση δεν επαρκεί, αλλά απαιτείται συνδυασμός άμεσων μέτρων ανακούφισης και μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε όλο το σύστημα.
Επιπλέον, ευχαρίστησε την Κομισιόν για την υιοθέτηση του Σχεδίου Δράσης για τα Λιπάσματα, σημειώνοντας ότι περιλαμβάνει πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της προσιτής τιμής, τη μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Καταλήγοντας, η Δρ. Παναγιώτου ανέφερε ότι το Συμβούλιο επιβεβαίωσε πως η ευρωπαϊκή γεωργία λειτουργεί σε ένα σύνθετο περιβάλλον, όπου το εμπόριο, το κόστος των εισροών και οι γεωπολιτικές εξελίξεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται συνδυασμός άμεσης στήριξης και μακροπρόθεσμων παρεμβάσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας του τομέα.
Κριστόφ Χάνσεν: Δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για λιπάσματα
Από την πλευρά του, ο Επίτροπος Γεωργίας και Τροφίμων, Κριστόφ Χάνσεν, τόνισε ότι κατά τη συνεδρίαση υπήρξε εκτενής συζήτηση για το Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα που παρουσίασε η Κομισιόν, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική λύση για την αντιμετώπιση της εξάρτησης και του υψηλού κόστους, αλλά απαιτείται συνδυασμός βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων.
Όπως ανέφερε, σε άμεσο επίπεδο είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί ότι οι αγρότες μπορούν να προμηθεύονται λιπάσματα, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος περιορισμού ή εγκατάλειψης της παραγωγής, με επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια.
Παράλληλα, σημείωσε την ανάγκη αντιμετώπισης διαρθρωτικών ζητημάτων, όπως η εξάρτηση από εισαγωγές, η μείωση της παραγωγής από ευρωπαϊκές εταιρείες και το ανεκμετάλλευτο δυναμικό του τομέα.
Αναφερόμενος στο εμπόριο, ο κ. Χάνσεν σημείωσε ότι, παρά το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, το αγροδιατροφικό εμπόριο της Ε.Ε. παραμένει ανθεκτικό, με το εμπορικό ισοζύγιο να παραμένει θετικό και να διαμορφώνεται σε 7,4 δισεκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια στιγμή, επεσήμανε ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις, ιδίως η κρίση στη Μέση Ανατολή, συνεχίζουν να δημιουργούν αβεβαιότητα στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, με την Κομισιόν να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και τον πιθανό αντίκτυπό τους στον αγροδιατροφικό τομέα.
Σύμφωνα με τον Επίτροπο, δεν διαπιστώνονται επί του παρόντος άμεσοι κίνδυνοι για τη διαθεσιμότητα τροφίμων ή λιπασμάτων στην Ε.Ε., ωστόσο παραμένουν ανησυχίες για την αύξηση του κόστους των εισροών, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ενίσχυση πιο σταθερών και προβλέψιμων εμπορικών σχέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην υπογραφή της εκσυγχρονισμένης συμφωνίας Ε.Ε.-Μεξικού, η οποία δημιουργεί νέες προοπτικές για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων, ενώ προανήγγειλε αποστολή υψηλού επιπέδου στο Μεξικό τον Νοέμβριο για την ενίσχυση της συνεργασίας.
Ο κ. Χάνσεν υπογράμμισε επίσης ότι η εμπορική πολιτική συνδέεται με την εμπιστοσύνη και τη διαφάνεια, δίνοντας έμφαση στη σημασία της αναγραφής της προέλευσης, η οποία ενισχύει την ιχνηλασιμότητα και επιτρέπει στους καταναλωτές να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα δίκαιο ανταγωνισμό για τους Ευρωπαίους παραγωγούς.







