Νέα κοινή μελέτη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Μετανάστευσης (EMN) και του ΟΟΣΑ εξετάζει τις πολιτικές και τα εργαλεία αντιστοίχισης δεξιοτήτων για υπηκόους τρίτων χωρών στις χώρες μέλη του EMN.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Κομισιόν που δημοσιεύθηκε την Τρίτη, η μελέτη εξετάζει πώς οι υπήκοοι τρίτων χωρών αντιμετωπίζουν την αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Επικεντρώνεται στους μετανάστες εργαζόμενους, καθώς και σε όσους φθάνουν μέσω οικογενειακής επανένωσης, στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας και στους δικαιούχους προσωρινής προστασίας.
Η μελέτη βασίζεται σε συνεισφορές 25 εθνικών σημείων επαφής του EMN και σε συγκριτική ανάλυση του ΟΟΣΑ για τη μέτρηση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η μελέτη αναδεικνύει βασικά εμπόδια, όπως η περιορισμένη γλωσσική επάρκεια, οι δυσκολίες στην αναγνώριση προσόντων και οι διακρίσεις.
Παράλληλα, καταγράφει πώς οι χώρες ανταποκρίνονται μέσω εθνικών, τοπικών και εργοδοτικών μέτρων για τη βελτίωση της αναγνώρισης δεξιοτήτων, της γλωσσικής υποστήριξης και της πρόσβασης σε πιο κατάλληλη απασχόληση.
Παράγοντες στην αγορά εργασίας
Η ανακοίνωση αναφέρει ότι η αναντιστοιχία δεξιοτήτων επηρεάζει τα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας, αφήνοντας υπηκόους τρίτων χωρών σε θέσεις εργασίας κατώτερες των προσόντων τους.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μετανάστες συχνά αντιμετωπίζουν το ζήτημα αναλαμβάνοντας ρόλους χαμηλότερους από το επίπεδο δεξιοτήτων τους, όπως βοηθός οδοντιάτρου αντί οδοντιάτρου ή φροντιστής αντί ιατρού.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την ανακοίνωση, συμβάλλει σε υψηλότερη υπερεξειδίκευση, χαμηλότερες αποδοχές και αναξιοποίητο ταλέντο.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η περιορισμένη γλωσσική επάρκεια, οι προκλήσεις στην αναγνώριση προσόντων, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας τεκμηρίωσης, και οι περιορισμοί που σχετίζονται με τη φροντίδα, όπως η οικονομικά προσιτή παιδική φροντίδα, συγκαταλέγονται στους κύριους παράγοντες που προκαλούν αναντιστοιχία δεξιοτήτων.
Οι παράγοντες αυτοί, σύμφωνα με την ανακοίνωση, επιβραδύνουν τη βιώσιμη ένταξη στην αγορά εργασίας.
Η μελέτη αναφέρει επίσης ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών είναι πιθανότερο από τους γηγενείς εργαζόμενους στις χώρες μέλη του EMN να είναι υπερεξειδικευμένοι για τις θέσεις εργασίας τους. Το χάσμα αυτό συχνά παραμένει ακόμη και μετά από χρόνια διαμονής.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι χώρες έχουν εισαγάγει ευρύ φάσμα πολιτικών και εργαλείων για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που συνδέονται με την αναγνώριση δεξιοτήτων.
Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν αναγνώριση προσόντων, επαγγελματικό προσανατολισμό, γλωσσική κατάρτιση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και επανειδίκευση.
Η μελέτη καταγράφει επίσης τομεακές πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στη συμβολή για την κάλυψη ελλείψεων εργατικού δυναμικού.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, υπουργεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο στην προώθηση πολιτικών για την αντιμετώπιση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων.
Οι δήμοι, άλλες υποεθνικές αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις και κοινωνικοί εταίροι, όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, παρέχουν ευρύ φάσμα υπηρεσιών.
Οι υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, στήριξη μέσω μαθημάτων πολιτειακής αγωγής και παραπομπών σε θέσεις εργασίας.
Συνεχιζόμενες προκλήσεις
Η Κομισιόν αναφέρει ότι η μελέτη εντοπίζει αρκετές επίμονες προκλήσεις στην αντιμετώπιση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ανεπαρκής παροχή προηγμένης γλωσσικής υποστήριξης, οι σύνθετες διαδικασίες αναγνώρισης προσόντων και εμπόδια από την πλευρά των εργοδοτών.
Στα εργοδοτικά εμπόδια, σύμφωνα με την ανακοίνωση, περιλαμβάνονται οι διακρίσεις και η περιορισμένη ενημέρωση σχετικά με τους κανονισμούς πρόσληψης.
Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών, η μελέτη αναφέρει ως παραδείγματα καλών πρακτικών τον συνδυασμό αναγνώρισης, γλωσσικής υποστήριξης και επαγγελματικής κατάρτισης.
Παράλληλα, επισημαίνει πιο ολοκληρωμένες και πολυμερείς προσεγγίσεις που συνδέουν στενότερα τους μετανάστες, τους εργοδότες και τις υπηρεσίες υποστήριξης.







