Η συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) δεν είναι πια θεωρητική. Έχει απομακρυνθεί από τα ακαδημαϊκά εργαστήρια και έχει εισβάλει στην καθημερινότητα της εργασίας, της πολιτικής και της παραγωγής αξίας. Έχει ήδη περάσει στο γραφείο, στο κινητό, στην αγορά, στη δημόσια διοίκηση. Οι αλλαγές συντελούνται τόσο αστραπιαία και μοιάζουν τόσο εξωπραγματικές για τον ανθρώπινο νου, που καταλήγουμε να τις περιγράφουμε υποτονικά, επειδή αν τις πούμε με το όνομά τους μοιάζουν με ταινία επιστημονικής φαντασίας.
Αλλά η πραγματικότητα δεν ενδιαφέρεται αν μας φαίνεται υπερβολική. Συμβαίνει τώρα. Γεννά αποτελέσματα που στο παρελθόν απαιτούσαν ώρες ή μέρες ανθρώπινης εργασίας. Αντί να συμπληρώνει τον άνθρωπο, η παραγωγική ΤΝ αντικαθιστά διαδικασίες και δομές, επιταχύνει αποφάσεις, δημιουργεί εμπειρίες, κείμενα, αναλύσεις, εικόνες, στρατηγικές. Και όσο εμείς μιλάμε για “ψηφιακή μετάβαση”, η ίδια η εργασία μετασχηματίζεται σε κάτι νέο, όπου η αξία δεν παράγεται με τον ίδιο τρόπο που ξέραμε.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα αλλάξει ο κόσμος. Έχει ήδη αλλάξει. Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε τον έλεγχο αυτής της αλλαγής ή αν θα την υποστούμε. Η ΤΝ διαμορφώνει όλο και περισσότερο πλαίσια στα οποία το δίκαιο, η πολιτική και η κοινωνία καλούνται να επαναπροσδιορίσουν βασικές αρχές όπως η αξία της εργασίας, η παραγωγικότητα και η έννοια του δικαιώματος στην απασχόληση. Έχει ξεφύγει από την έννοια του τεχνολογικού εργαλείου και μετατρέπεται σε δομικό στοιχείο της οικονομίας και των κανόνων που τη διέπουν. Είναι η νέα υποδομή πάνω στην οποία θα χτιστούν θεσμοί, δημόσιες πολιτικές και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Δεν απευθύνεται μόνο σε ειδικούς αλλά, σε επιχειρήσεις, ηγέτες και εργαζόμενους που αν δεν κατανοήσουν το μέγεθος της αλλαγής και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν το εργαλείο αυτό, θα καταστούν «αναλφάβητοι».
Το βασικό ερώτημα για ένα μικρό κράτος όπως η Κύπρος είναι αν θα επιλέξουμε να είμαστε απλοί χρήστες τεχνολογιών που σχεδιάζονται αλλού ή έξυπνοι διαμορφωτές ελέγχοντας τους όρους του μέλλοντος; Οποιαδήποτε ρυθμιστική πρόταση δεν μπορεί να είναι αντιδραστική. Πρέπει να είναι προορατική. Η ΤΝ διαθέτει οικονομική και πολιτισμική δυναμική που απαιτεί όχι μόνο τεχνική κατανόηση, αλλά και στρατηγικό σχεδιασμό, διάλογο και ρυθμιστικό πλαίσιο που να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των αλλαγών που ήδη βλέπουμε αλλά και αυτές που αδυνατούμε ακόμα και να φανταστούμε.
Το πρώτο μεγάλο ζήτημα είναι οι υποδομές. Η Κύπρος διαθέτει servers και αξιόπιστους παρόχους, μέσω της CYTA και της ιδιωτικής αγοράς. Αυτό όμως δεν αρκεί. Χωρίς ένα σύγχρονο, ενιαίο και θεσμικά κατοχυρωμένο Government Cloud, η χώρα δεν μπορεί να σηκώσει με ασφάλεια και συνέχεια τα απαιτητικά φορτία δεδομένων που απαιτεί η ΤΝ. Όμως, η ύπαρξη τεχνικών υποδομών από μόνη της χωρίς ένα σαφές πλαίσιο διακυβέρνησης δεδομένων που να καθορίζει ποια δεδομένα θεωρούνται στρατηγικά, πώς αξιοποιούνται και ποιος διατηρεί τον τελικό έλεγχο, υπονομεύει το στόχο της AI κυριαρχίας (sovereignty).
Επιπλέον, η πραγματική «κυριαρχία» (sovereign AI) δεν είναι μόνο να έχεις τα δεδομένα σου “σε κυπριακό server”. Κυριαρχία σημαίνει να έχεις λόγο και πάνω στα ίδια τα μοντέλα. Αν τα εργαλεία είναι κλειστού κώδικα και εξαρτώνται από τρίτους, τότε η εξάρτηση παραμένει, μόνο που μεταφέρεται από την υποδομή στη γνώση. Γι’ αυτό η έννοια του Sovereign AI πρέπει να ιδωθεί ρεαλιστικά: η Κύπρος δεν μπορεί να χτίσει από το μηδέν κολοσσιαία μοντέλα όπως οι τεχνολογικές υπερδυνάμεις. Μπορεί όμως να αξιοποιήσει μοντέλα ανοικτού κώδικα και να τα εκπαιδεύσει σε εθνικά και δημόσια δεδομένα, ώστε να αποκτήσει προσαρμοστικότητα, ανεξαρτησία και στρατηγικό έλεγχο.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η ρύθμιση. Η Κύπρος, ως κράτος-μέλος της ΕΕ, οφείλει να εφαρμόσει το AI Act. Όμως η εφαρμογή πρέπει να γίνεται με αναλογικότητα και προσαρμογή στο μέγεθος της αγοράς μας. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται το ίδιο ένα εργαλείο παραγωγικότητας για επιχειρήσεις με μια εφαρμογή υψηλού κινδύνου στον δημόσιο τομέα, στη δικαιοσύνη ή στη μετανάστευση. Το AI Act διακρίνει τέσσερις κατηγορίες κινδύνου: μη αποδεκτό, υψηλό, περιορισμένο και ελάχιστο. Είναι κρίσιμο να τονιστεί η ρητή απαγόρευση για εφαρμογές μη αποδεκτού κινδύνου, όπως το social scoring και η βιομετρική ταυτοποίηση σε δημόσιους χώρους, καθώς παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα. Και να τεθούν κόκκινες γραμμές. Καμία απόφαση του κράτους δικαίου δεν εκχωρείται σε αλγορίθμους. Καμία πλήρως αυτοματοποιημένη απόφαση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν επηρεάζονται άμεσα δικαιώματα και ελευθερίες. Η ανθρώπινη εποπτεία, η διαφάνεια και η λογοδοσία επιβάλλεται να διασφαλιστούν γιατί είναι η βάση της δημοκρατίας, της ανθρώπινης ελευθερίας και της αξιοπρέπειας.
Το τρίτο μεγάλο ζήτημα είναι τα δεδομένα. Η ΤΝ δεν λειτουργεί στο κενό, χτίζεται πάνω σε δεδομένα: βιομηχανικά δεδομένα, ΙοΤ streams, εμπορικές βάσεις, νομικά datasets, πληροφορίες παραγωγής, συμπεριφοράς και κατανάλωσης. Είναι τουλάχιστον αφέλεια να τα βλέπουμε μόνο ως «τεχνικό καύσιμο» αντί για πηγή ισχύος, οικονομικής αξίας και πολιτικής δύναμης. Αν επιτρέψουμε την αδιαφανή εκπαίδευση μοντέλων πάνω σε δημόσια δεδομένα χωρίς ανταπόδοση προς την κοινωνία, αποδεχόμαστε ρόλο ψηφιακής αποικίας. Αν τα δεδομένα συγκεντρωθούν σε λίγους παρόχους αντί της δίκαιης πρόσβασης, κινδυνεύει ο ανταγωνισμός.
Επιπλέον, η εθνική στρατηγική οφείλει να ενσωματώσει την εκπαίδευση μοντέλων στην ελληνική γλώσσα και ειδικά στην κυπριακή διάλεκτο, ώστε να διασφαλιστεί η γλωσσική και πολιτισμική αντιπροσώπευση στα εργαλεία ΤΝ. Τα διεθνή μοντέλα αποδίδουν πολύ καλύτερα στα αγγλικά, λόγω του μεγάλου όγκου δεδομένων, με αποτέλεσμα συχνά η ελληνική να εμφανίζει προβλήματα αξιοπιστίας και “hallucinations”.
Η κατεύθυνση των δημόσιων πόρων είναι επίσης κρίσιμη. Το κράτος καλείται να επιλέξει αν θα περιοριστεί στη χρηματοδότηση πρόσβασης σε εξωτερικές πλατφόρμες ΤΝ, δημιουργώντας μόνιμη εξάρτηση από διεθνείς παρόχους, ή αν θα επενδύσει συστηματικά στην εγχώρια ικανότητα, στηρίζοντας κυπριακές επιχειρήσεις και ερευνητικούς φορείς ώστε να αναπτύξουν λύσεις προσαρμοσμένες στις πραγματικές ανάγκες της δημόσιας διοίκησης. Η δεύτερη επιλογή διατηρεί την τεχνογνωσία στη χώρα και μετατρέπει τη δημόσια δαπάνη σε μακροπρόθεσμη επένδυση.
Η ανάπτυξη της ΤΝ πρέπει επίσης να ευθυγραμμίζεται με περιβαλλοντικά κριτήρια. Η τεράστια ενεργειακή απαίτηση των μοντέλων καθιστά κρίσιμη την αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις νέες υποδομές, ώστε να περιοριστεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και να προληφθούν αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις.
Όσον αφορά την ταχύτητα υιοθέτησης τεχνολογιών ΤΝ, η πραγματικότητα είναι ότι η ΤΝ εξελίσσεται πολύ γρήγορα. Η τυπικές χρονικές απαιτήσεις στις δημόσιες προσφορές μπορεί να καθυστερήσει την υιοθέτηση λύσεων ΤΝ, με αποτέλεσμα η τεχνολογία να έχει ήδη απαρχαιωθεί. Απαιτούνται καινοτόμες διαδικασίες ώστε οι λύσεις ΤΝ να μπορούν να υιοθετούνται ταχύτερα, για να διασφαλιστεί ότι η τεχνολογία υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και του πολίτη, χωρίς να χάνεται η δυναμική της καινοτομίας.
Η εθνική στρατηγική δεν πρέπει επίσης να βασίζεται αποκλειστικά σε δημόσιους παρόχους όπως η CYTA, αλλά να στηρίζεται σε πολυκεντρικές συμπράξεις με κέντρα αριστείας (ΚΟΙΟΣ, CYENS), πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και startups, ώστε να διασφαλιστεί η τεχνολογική πρωτοπορία και η αξιοποίηση της τοπικής τεχνογνωσίας.
Και τέλος, ο ανθρώπινος παράγοντας. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η ΤΝ. Είναι η άγνοια και η έλλειψη προετοιμασίας. Γραμματισμός στην ΤΝ, επανακατάρτιση, προστασία εργαζομένων και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής είναι προϋποθέσεις για να μην μετατραπεί η πρόοδος σε κοινωνική ανισότητα. Και για αυτό πρέπει να προτεραιοποιήσουμε τον άνθρωπο: να έχει πρόσβαση, να δοκιμάζει την ΤΝ στην πράξη και να μαθαίνει να τη χρησιμοποιεί γιατί μόνο έτσι θα την «εκπαιδεύσει» μέσα από την καθημερινή εμπειρία και θα μπορέσει να σταθεί μπροστά στις αλλαγές με γνώση, αυτοπεποίθηση και έλεγχο.
Αυτές είναι οι εφικτές και στρατηγικά έξυπνες επιλογές. Ούτε φόβος, ούτε υποτίμηση, ούτε αδράνεια. Αλλά γνώση, προσαρμογή και ευθύνη που θα ενισχύει την ανάπτυξη, θα βελτιώνει το κράτος και θα σέβεται τον άνθρωπο.
*Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό Τμήματος Νομικής Παν. Νεάπολις Πάφος







