Το νέο πακέτο συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 19 Μαρτίου 2026, για την ανταγωνιστικότητα και την ενιαία αγορά δείχνει ότι η μάχη για φθηνότερο ηλεκτρισμό περνά οριστικά μέσα από την ενεργειακή μετάβαση, αλλά και από άμεσες παρεμβάσεις στο κόστος.
Η αναγνώριση ότι οι εκρήξεις στις τιμές εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων δεν είναι «ατύχημα», αλλά διαρθρωτικός κίνδυνος, μεταφράζεται πολιτικά σε ένα σαφές μήνυμα: περισσότερες ανανεώσιμες, αποθήκευση, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και εγχώρια καθαρή παραγωγή ως προϋπόθεση για στρατηγική αυτονομία και μόνιμα χαμηλότερες τιμές ηλεκτρισμού.
Ταυτόχρονα όμως, οι ηγέτες παραδέχονται ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρισμού σήμερα δεν μπορούν να περιμένουν μόνο τα μακροπρόθεσμα οφέλη της μετάβασης. Η αναφορά σε «στοχευμένες λύσεις βραχυπρόθεσμα» δείχνει την πίεση από τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά, ιδιαίτερα σε χώρες και κλάδους που απειλούνται με αποβιομηχάνιση και μεταφορά παραγωγής εκτός Ευρώπης.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή, που ήδη περνά στις τιμές ενέργειας, λειτουργεί ως επιταχυντής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητά άμεση εργαλειοθήκη (toolbox) προσωρινών μέτρων για τις αυξήσεις στο κόστος εισαγόμενων καυσίμων, αλλά και ειδικά μέτρα για όλα τα συστατικά της τιμής ηλεκτρισμού, από τα καύσιμα μέχρι τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πολιτική επιλογή παρέμβασης στην ίδια την αρχιτεκτονική του συστήματος εμπορίας θερμοκηπιακών αερίων (ETS), με αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να το αναθεωρήσει μέχρι τον Ιούλιο του 2026, ώστε να μειωθεί η μεταβλητότητα της τιμής άνθρακα και ο αντίκτυπός της στα τιμολόγια ηλεκτρισμού, χωρίς να διαταραχθεί η επενδυτική σήμανση που εκπέμπει η τιμή του άνθρακα.
Εδώ διαμορφώνεται μια λεπτή ισορροπία, από τη μια διατηρείται ο ρόλος του συστήματος εμπορίας θερμοκηπιακών αερίων ως μηχανισμού τιμής του άνθρακα που οδηγεί σε πράσινες επενδύσεις και καινοτομία, από την άλλη αναγνωρίζεται ότι η ακραία αστάθεια μπορεί να πλήξει την ανταγωνιστικότητα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Πρόκειται ουσιαστικά για άνοιγμα της συζήτησης γύρω από το πώς συνδυάζεται η φιλοδοξία για κλιματική ουδετερότητα με τη βιομηχανική πολιτική της Ένωσης.
Στο ίδιο πνεύμα, το κάλεσμα για μια φιλόδοξη δέσμη μέτρων για τα ηλεκτρικά δίκτυα (ambitious grids package) εντός του 2026 δείχνει ότι η Ευρώπη καταλαβαίνει πως χωρίς ισχυρά και διασυνδεδεμένα δίκτυα, η φθηνή και καθαρή ενέργεια μένει στα χαρτιά. Οι ταχύτερες αδειοδοτήσεις, οι επενδύσεις σε ανθεκτικότητα και οι ενισχυμένες ηλεκτρικές διασυνδέσεις είναι ο αθόρυβος αλλά κρίσιμος όρος για να λειτουργήσει μια πραγματικά ενιαία αγορά ηλεκτρισμού, όπου οι καταναλωτές επωφελούνται από την αφθονία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας εκεί όπου φυσάει ή έχει ήλιο.
Για χώρες όπως η Κύπρος, η αναφορά σε ενίσχυση διασυνδέσεων και στην επιτάχυνση της Ενεργειακής Ένωσης 2030 (Energy Union 2030) συνδέεται άμεσα με έργα διασύνδεσης και με την προοπτική σταδιακής απεξάρτησης από τα ακριβά, εισαγόμενα καύσιμα.
Επίσης ιδιαίτερη σημασία έχει το τι δεν αποφασίστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Παρά τις έντονες πιέσεις από μερικά κράτη-μέλη, το υφιστάμενο μοντέλο-στόχος (target model) της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού, που βασίζεται στην οριακή τιμολόγηση (marginal pricing), παρέμεινε ουσιαστικά άθικτο.
Το κλίμα συζήτησης που είχε δημιουργηθεί μετά τις δηλώσεις της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Φεβρουάριο 2026 για επανεξέταση της σχεδίασης της αγοράς ηλεκτρισμού δεν μετουσιώθηκε σε συγκεκριμένη εντολή αναθεώρησης του μοντέλου-στόχος. Αυτό αντικατοπτρίζει και τη θέση του κλάδου, όπως αποτυπώθηκε στην επιστολή της Eurelectric (Ένωση της Ευρωπαϊκής Ηλεκτρικής Βιομηχανίας) προς τους αρχηγούς των κρατών μελών, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2026, όπου αναφέρει ότι οποιαδήποτε παρέμβαση στον μηχανισμό σχηματισμού της τιμής δεν θα μειώσει πραγματικά το κόστος ενέργειας για τους καταναλωτές, αλλά θα το μετακυλήσει σε άλλες χρεώσεις ή επιδοτήσεις.
Αντ' αυτού, το βάρος της συζήτησης μετατοπίστηκε προς την κατεύθυνση της μείωσης των φόρων και των εισφορών που επιβαρύνουν τον λογαριασμό ηλεκτρισμού, ένα πεδίο όπου υπάρχει μεγαλύτερη συναίνεση.
Οι φόροι στον ηλεκτρισμό στην Ε.Ε. είναι κατά μέσο όρο τριπλάσιοι σε σχέση με τη φορολόγηση του φυσικού αερίου, και η αναθεώρηση του πλαισίου ενεργειακής φορολογίας, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τους στόχους κλιματικής ουδετερότητας και διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα επόμενα συγκεκριμένα βήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Τέλος, η πολιτική ουσία των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι ότι η ενεργειακή πολιτική δεν αντιμετωπίζεται πια ως τεχνική υπόθεση, αλλά ως πυρήνας της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Με την εντολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει μέτρα για τις τιμές ηλεκτρισμού, να αναμορφώσει εργαλεία όπως το σύστημα εμπορίας θερμοκηπιακών αερίων και να υλοποιήσει το πρόγραμμα της Ενεργειακής Ένωσης 2030, ο βάρος μεταφέρεται τώρα στο επίπεδο των συγκεκριμένων προτάσεων, εκεί όπου θα κριθεί αν η Ε.Ε. μπορεί πραγματικά να προσφέρει καθαρή, αξιόπιστη και προσιτή ηλεκτρική ενέργεια χωρίς να θυσιάσει τον βιομηχανικό της ιστό.
*Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων, Frederick University.







