Στις πρώτες τοποθετήσεις τους μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι τραπεζικές διοικήσεις έθεταν τους δύο μήνες ως όριο για τη διάρκεια της σύρραξης προκειμένου να αποφευχθούν σοβαρές μακροοικονομικές διαταραχές στις αγορές που δραστηριοποιούνται.
Το χρονικό αυτό περιθώριο έχει ήδη ξεπεραστεί και αυτή τη στιγμή στο ευνοϊκό σενάριο η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ελλάδα θα φτάσει τη μισή μονάδα και ο πληθωρισμός θα ξεπεράσει το 4%.
Ταυτόχρονα, οι αγορές προεξοφλούν την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, με δύο κατά τα φαινόμενα αυξήσεις των παρεμβατικών δεικτών της ΕΚΤ φέτος.
Οι διοικούντες των συστημικών ομίλων εμφανίστηκαν πεπεισμένοι ότι οι στόχοι τουλάχιστον για την τρέχουσα χρήση θα επιτευχθούν
Οι τέσσερις μεγάλοι
Ως εκ τούτου, οι υποθέσεις των επιχειρησιακών πλάνων τριετίας που παρουσίασαν στις αρχές του 2026 οι τέσσερις μεγάλοι του κλάδου δεν επιβεβαιώνονται από τις εξελίξεις.
Παρ’ όλα αυτά, στις πιο πρόσφατες δημόσιες εμφανίσεις τους οι διοικούντες των συστημικών ομίλων εμφανίστηκαν πεπεισμένοι ότι οι στόχοι τουλάχιστον για την τρέχουσα χρήση θα επιτευχθούν.
Δεν απέκλεισαν μάλιστα ακόμη και το ενδεχόμενο προς τα πάνω αναθεώρησής τους κατά τις ανακοινώσεις του β’ τριμήνου 2026, πριν από την καλοκαιρινή ανάπαυλα.
Είναι ρεαλιστικές
Αναλυτές που συμμετείχαν σε τηλεδιασκέψεις των προηγούμενων ημερών με τις ελληνικές τραπεζικές διοικήσεις θεωρούν ρεαλιστικές αυτές τις εκτιμήσεις.
Όπως λένε, «τα τελευταία τρία χρόνια τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα προτιμούν να ορίζουν τον πήχη για τις επιδόσεις τους με βάση πιο συντηρητικά κριτήρια». Με τον τρόπο αυτόν, προσθέτουν οι ίδιοι κύκλοι, «όχι μόνο επιβεβαιώνονται σταθερά οι προβλέψεις τους, αλλά συνεχώς υπάρχουν ανοδικές αναθεωρήσεις και υπερβάσεις των αρχικών εκτιμήσεών τους».
Δεν είναι όμως μόνο αυτό που κάνει τις ελληνικές τράπεζες περισσότερο ανθεκτικές έναντι ακόμη και πολύ σοβαρών κρίσεων, όπως η τρέχουσα. Σύμφωνα με τραπεζική πηγή, οι εγχώριοι οργανισμοί αλλά και η κρατική μηχανή έχουν αλλάξει πίστα σε σχέση με την περίοδο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης της περασμένης δεκαετίας.
«Το νοικοκύρεμα είναι άνευ προηγουμένου, ενώ η συνετή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων τόσο από τις τράπεζες όσο και από το Δημόσιο αποτελεί πια κυρίαρχη επιλογή». Για τον λόγο αυτόν, σημειώνει σχετικά, «η χώρα δεν δέχθηκε επίθεση από τις αγορές, ως αδύναμος κρίκος, όπως συνέβη το 2010».
Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του CEO της Eurobank, Φωκίωνα Καραβία, κατά την πρόσφατη γενική συνέλευση των μετόχων της τράπεζας. Όπως είπε, «η ανθεκτικότητα στις κρίσεις αποκτάται κατά τη διάρκεια των ομαλών περιόδων, σε αντίθεση με απόψεις που ζητούν πιο χαλαρή πολιτική στον δημόσιο ή χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Η κριτική που έχει ασκηθεί για τη φορολογική πολιτική και το τραπεζικό σύστημα όχι μόνο δεν δικαιώνεται σε περιόδους όπως αυτή, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται επικίνδυνα εφήμερη».
Τα «μαξιλάρια»
Πράγματι, το ξεκίνημα της εν εξελίξει αναταραχής βρήκε τη χώρα και τον τραπεζικό τομέα με πλήθος «μαξιλαριών». Τα κυριότερα είναι τα εξής:
1. Η Ελλάδα παραμένει στο ανοδικό στάδιο του επενδυτικού κύκλου, με προοπτικές περαιτέρω επιτάχυνσης, ύστερα από μία πολυετή περίοδο στασιμότητας μέχρι και το 2019. Επιπλέον, θα μπορούσε να ευνοηθεί από τις διεθνείς εξελίξεις, εάν κεφάλαια που προορίζονταν για άλλες περιοχές άλλαζαν κατεύθυνση προς πιο ασφαλείς οικονομίες, όπως η ελληνική.
2. Η εξαιρετική δημοσιονομική πορεία με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους επιτρέπει την παροχή κρατικής στήριξης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όπως συνέβη ήδη με τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν μετά την άνοδο των ενεργειακών τιμών.
3. Τα πιστοδοτικά κριτήρια που εφαρμόζουν οι τράπεζες τα τελευταία 15 χρόνια περιορίζουν τον πιστωτικό κίνδυνο. Αυτό επιτρέπει τη διατήρηση των εκταμιεύσεων σε υψηλά επίπεδα, εφόσον συνεχιστεί η εκδήλωση υγιούς ζήτησης. Επιπρόσθετα, τα χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης θα συνεχίσουν να εκταμιεύονται τα επόμενα χρόνια.
4. Εάν υπάρξει άνοδος των επιτοκίων στην ευρωζώνη, οι τράπεζες θα κερδίσουν από την ενίσχυση των έντοκων εσόδων, δίχως τον κίνδυνο ενός νέου κύκλου δημιουργίας επισφαλειών κρίσιμης μάζας. Και αυτό διότι η χρηματοοικονομική θέση των δανειοληπτών είναι σήμερα ενισχυμένη, ενώ σε χαμηλά επίπεδα διατηρείται η μόχλευση του ιδιωτικού τομέα.
5. Όλες οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρούς ισολογισμούς, με τους δείκτες ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας σε πολύ μεγάλη απόσταση από τα ελάχιστα εποπτικά όρια.
Πηγή: OT.gr







