Το φυσικό αέριο έχει ξεπεράσει το πετρέλαιο ως η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας για τους traders των ευρωπαϊκών ομολόγων, καθώς τα χαμηλά αποθέματα του κρίσιμου καυσίμου ενισχύουν τον κίνδυνο νέας αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.
Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου κινούνται κοντά σε υψηλά πέντε μηνών, ενώ τα συμβόλαια για τον χειμώνα κοστίζουν περισσότερο από το διπλάσιο σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις των 10ετών γερμανικών και βρετανικών ομολόγων έχουν αγγίξει επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες, παρότι το Brent διαπραγματεύεται περίπου 30% χαμηλότερα από την κορυφή που σημείωσε μετά το ξέσπασμα του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν.
Οι επενδυτές φοβούνται ότι η περαιτέρω άνοδος του φυσικού αερίου θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια πιο επιθετικά από όσο προεξοφλούν σήμερα οι αγορές.
Το φυσικό αέριο κατέχει κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 21% του ενεργειακού μείγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στη Βρετανία το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 25% και 35%.
«Η τιμή του φυσικού αερίου είναι πιο σημαντική για τη Βρετανία και την Ευρώπη και ουσιαστικά δεν υποχώρησε ποτέ κατά τη διάρκεια των εκεχειριών, συνεχίζοντας να κινείται ανοδικά», δήλωσε η Έμα Μοριάρτι, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στην CG Asset Management.
Η εταιρεία έχει αυξήσει τη συμμετοχή των κρατικών ομολόγων που συνδέονται με τον πληθωρισμό στο βασικό multi-asset fund της σε σχεδόν ιστορικό υψηλό, στο 49%, λόγω του κινδύνου οι πιέσεις στις τιμές να αποδειχθούν επίμονες.
Το φυσικό αέριο νέος οδηγός των αποδόσεων
Η εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ενέργεια. Στις ανησυχίες των αγορών περιλαμβάνονται επίσης η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, το κύμα δανεισμού από τους τεχνολογικούς hyperscalers και η απρόβλεπτη οικονομική πολιτική των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η αγορά θεωρεί ότι το φυσικό αέριο αποτελεί πλέον τον σημαντικότερο ενεργειακό κίνδυνο για την πορεία των επιτοκίων στην Ευρώπη και τη Βρετανία, ακόμη και αν οι τιμές του παραμένουν πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
«Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αναλάβει πλέον τον ρόλο του βασικού παράγοντα που κινεί τις αποδόσεις», δήλωσε ο Τζέιμι Σερλ, στρατηγικός αναλυτής ευρωπαϊκών επιτοκίων της Citigroup.
Όπως επισήμανε, από τις αρχές Ιουλίου η διάρκεια των ομολόγων εξακολουθεί να ακολουθεί στενά την πορεία των τιμών του φυσικού αερίου, δίνοντας μικρότερη βαρύτητα στις μεταβολές του πετρελαίου. Η συσχέτιση είναι ιδιαίτερα εμφανής στα 10ετή ομόλογα αναφοράς.
Αποθήκες στο 63% - Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή οδήγησε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να καθυστερήσουν την αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου, με την προσδοκία ότι η σύγκρουση θα ήταν σύντομη και οι τιμές θα αποκλιμακώνονταν.
Την ίδια στιγμή, οι ακραίες θερμοκρασίες ενίσχυσαν τη ζήτηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές αποθήκες να είναι γεμάτες μόλις κατά 63%, στο χαμηλότερο επίπεδο για αυτή την εποχή του έτους από το 2009.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω της κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ. Από εκεί διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG.
Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, για το συγκεκριμένο φυσικό αέριο δεν υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά του στις διεθνείς αγορές, ενώ τα στρατηγικά αποθέματα που θα μπορούσαν να απορροφήσουν ένα σημαντικό έλλειμμα προσφοράς είναι περιορισμένα.
Αναλυτές της RBC Capital Markets, μεταξύ των οποίων η Μεγκούμ Μούχιτς, προειδοποίησαν ότι στις αγορές φυσικού αερίου διαμορφώνεται μια «πιθανή ενεργειακή κρίση», με πολύ ευρύτερη μετακύλιση στον πληθωρισμό από εκείνη που προκαλεί το πετρέλαιο.
Οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου θα μπορούσαν επίσης να δημιουργήσουν αντίθετους ανέμους για το ευρώ, περιορίζοντας μέρος των κερδών που έχει αποκομίσει από την αποδυνάμωση του δολαρίου. Η συσχέτιση δεν θεωρείται ακόμη αρκετά ισχυρή ώστε να αποδεικνύει ότι οι ενεργειακές τιμές καθορίζουν την πορεία του ευρώ, ωστόσο η αλλαγή παρακολουθείται στενά καθώς το αέριο ακριβαίνει.
Νέος πονοκέφαλος για ΕΚΤ και Τράπεζα της Αγγλίας
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη αυξήσει μία φορά τα επιτόκια μέσα στο 2026, ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας τα έχει διατηρήσει αμετάβλητα.
Οι αγορές χρήματος προεξοφλούν μία αύξηση επιτοκίων και από τις δύο κεντρικές τράπεζες έως το τέλος του έτους, ενώ αναμένουν ακόμη μία κίνηση έως τον Σεπτέμβριο του 2027.
Ωστόσο, ορισμένοι επενδυτές θεωρούν ότι αυτές οι εκτιμήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να αναθεωρηθούν, λόγω του κινδύνου περαιτέρω ανόδου του φυσικού αερίου και της απουσίας συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
«Αυτή η νέα πληθωριστική απειλή, που προκύπτει από τις δυσκολίες στην αποθήκευση ενέργειας και τις επιπτώσεις του θερινού κύματος καύσωνα και της ξηρασίας, μας καθιστά πιο επιφυλακτικούς», δήλωσε ο Στίβεν Μπάροου, επικεφαλής στρατηγικής G10 της Standard Bank.
«Είμαστε έτοιμοι να αναθεωρήσουμε προς τα πάνω τις προβλέψεις μας για τα επιτόκια», πρόσθεσε.
Ακόμη και μια σημαντική διπλωματική εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, η οποία θα οδηγούσε σε πτώση των τιμών του πετρελαίου, ενδέχεται να μην αρκεί για να περιορίσει την πίεση στα επιτόκια, εφόσον παραμείνουν οι ανησυχίες για την επάρκεια φυσικού αερίου.
Αυτό σημαίνει ότι το φυσικό αέριο έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα από το πετρέλαιο στην αξιολόγηση των πληθωριστικών κινδύνων της Ευρώπης, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζει η περίοδος αυξημένης χειμερινής κατανάλωσης.
Για τις αγορές ομολόγων, το ισοζύγιο κινδύνων γίνεται πλέον ασύμμετρο: το περιθώριο θετικής αντίδρασης σε περίπτωση αποκλιμάκωσης είναι περιορισμένο, ενώ οι πιθανές απώλειες μπορεί να είναι σημαντικές εάν η ενεργειακή κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω.







