powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Μία ενιαία Αρχή για το νερό: η οικονομική λογική της ενοποίησης

Η πρόσφατη εισήγηση του ΕΟΑ Λευκωσίας για τη δημιουργία μιας ενιαίας, οικονομικά και διοικητικά ανεξάρτητης Αρχής για το νερό θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα οικονομικής πολιτικής: ποιο θεσμικό μοντέλο μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τους υδατικούς πόρους της Κύπρου;

Το ερώτημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια χώρα με περιορισμένους υδατικούς πόρους, συχνές περιόδους ανομβρίας, σημαντική εξάρτηση από την αφαλάτωση και αυξανόμενες ανάγκες από τα νοικοκυριά, τη γεωργία και τον τουρισμό.

Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε ακόμη έναν δημόσιο οργανισμό. Είναι αν ο σημερινός κατακερματισμός αρμοδιοτήτων επιτρέπει τη διαχείριση ενός τόσο σπάνιου και στρατηγικού πόρου με το χαμηλότερο δυνατό οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Το κόστος της σπανιότητας

Στα οικονομικά, η σπανιότητα βρίσκεται στην αφετηρία κάθε προβλήματος κατανομής πόρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σπάνιου πόρου είναι το νερό. Κάθε κυβικό μέτρο που χρησιμοποιείται για έναν σκοπό δεν είναι διαθέσιμο για κάποιον άλλο. Έχει, συνεπώς, κόστος ευκαιρίας: την αξία της καλύτερης εναλλακτικής χρήσης που εγκαταλείπεται.

Αυτό σημαίνει ότι, το πραγματικό οικονομικό κόστος του νερού δεν περιορίζεται στο κόστος άντλησης, αφαλάτωσης, επεξεργασίας ή μεταφοράς. Περιλαμβάνει και την αξία της ίδιας της σπανιότητάς του. Όσο μικρότερη είναι η διαθέσιμη ποσότητα σε σχέση με τις ανάγκες, τόσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική αξία μιας πρόσθετης μονάδας νερού.

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το νερό έχει χαρακτηριστικά κοινού πόρου. Η αυξημένη χρήση από έναν χρήστη ή για έναν σκοπό μπορεί να περιορίζει την ποσότητα που παραμένει διαθέσιμη για άλλους. Το κόστος μιας απόφασης, επομένως, δεν επιβαρύνει πάντοτε μόνο εκείνον που τη λαμβάνει.

Εδώ ακριβώς ανακύπτει το πρόβλημα του κατακερματισμού. Όταν διαφορετικοί φορείς λαμβάνουν αποφάσεις για επιμέρους τμήματα του ίδιου συστήματος, υπάρχει κίνδυνος να βλέπουν το δικό τους κόστος και όφελος και όχι τη συνολική εικόνα.

Οι αποδοτικότητες της ενοποίησης

Εδώ βρίσκεται ίσως το ισχυρότερο οικονομικό επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας μιας ενιαίας Αρχής. Η λογική δεν διαφέρει πολύ από εκείνη που χρησιμοποιούμε στην αξιολόγηση συγκεντρώσεων επιχειρήσεων στο δίκαιο ανταγωνισμού. Η ενοποίηση δεν δημιουργεί αξία απλώς επειδή δύο ή περισσότεροι φορείς γίνονται ένας. Δημιουργεί αξία όταν παράγει συγκεκριμένες βελτιώσεις αποδοτικότητας.

Μια ενιαία Αρχή μπορεί να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας μέσω κοινών λειτουργιών, δεδομένων, προμηθειών, τεχνικής υποστήριξης και επενδυτικού σχεδιασμού. Μπορεί επίσης να αξιοποιήσει οικονομίες φάσματος, καθώς η ύδρευση, η άρδευση, η επαναχρησιμοποίηση, τα δίκτυα και οι νέες επενδύσεις είναι στενά αλληλένδετες δραστηριότητες.

Μπορεί ακόμη να περιορίσει το κόστος συντονισμού που συνεπάγονται πολλαπλές εγκρίσεις, αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων, καθυστερήσεις και ασυμμετρίες πληροφόρησης.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι επιτρέπει να βλέπουμε τις αλληλεξαρτήσεις του συστήματος συνολικά. Αν, για παράδειγμα, μια επένδυση στη μείωση των απωλειών περιορίζει την ανάγκη για πρόσθετη αφαλάτωση, το κόστος της πρώτης και το όφελος της δεύτερης πρέπει να αξιολογούνται μαζί.

Το κόστος της επόμενης μονάδας νερού

Το κρίσιμο οικονομικό ερώτημα στην αντιμετώπιση του υδατικού προβλήματος είναι το εξής: πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η επόμενη μονάδα νερού με το χαμηλότερο συνολικό κόστος;

Αυτό απαιτεί σύγκριση του οριακού κόστους διαφορετικών επιλογών: αφαλάτωση, μείωση απωλειών στα δίκτυα, επαναχρησιμοποίηση, αποθήκευση και διαχείριση της ζήτησης.

Αν, για παράδειγμα, η εξοικονόμηση ενός κυβικού μέτρου μέσω περιορισμού των διαρροών κοστίζει λιγότερο από την παραγωγή του μέσω αφαλάτωσης, τότε, με όλα τα άλλα δεδομένα αμετάβλητα, αποτελεί την οικονομικά αποδοτικότερη επιλογή.

Η βέλτιστη πολιτική δεν προκρίνει εκ των προτέρων μία λύση. Συγκρίνει τις διαθέσιμες επιλογές και επιλέγει τον συνδυασμό που εξασφαλίζει την απαιτούμενη ποσότητα και ασφάλεια εφοδιασμού με το χαμηλότερο συνολικό κόστος. Ακριβώς εδώ αποκτά αξία ο ενιαίος σχεδιασμός.

Η διαχρονική αξία του νερού

Η οικονομική διαχείριση του νερού δεν αφορά μόνο το σήμερα. Οι αποφάσεις για υποδομές, αφαλατώσεις, δίκτυα, αποθήκευση και επαναχρησιμοποίηση επηρεάζουν τη μελλοντική διαθεσιμότητα και το κόστος του νερού.

Η αναβολή μιας επένδυσης μπορεί να μειώνει σήμερα τις δαπάνες, αλλά να δημιουργεί πολύ μεγαλύτερο κόστος αύριο.

Εδώ βρίσκεται η διάκριση μεταξύ στατικής και δυναμικής αποτελεσματικότητας. Η πρώτη αφορά την καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων σήμερα. Η δεύτερη αφορά τις επενδύσεις που χρειάζονται ώστε το σύστημα να παραμένει επαρκές και αποδοτικό σε βάθος χρόνου.

Για την Κύπρο, όπου οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό αβεβαιότητα ως προς τις βροχοπτώσεις, την κλιματική αλλαγή και τη μελλοντική ζήτηση, η οικονομική αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο άμεσο κόστος. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη και κατά πόσο μια επένδυση μειώνει τον κίνδυνο μελλοντικών ελλείψεων και ενισχύει την αξιοπιστία της υδροδότησης σε περιόδους ανομβρίας ή αυξημένης ζήτησης.

Μια ενιαία Αρχή μπορεί να ενισχύσει αυτή τη λογική, μέσα από κοινά δεδομένα, μακροχρόνιο επενδυτικό σχεδιασμό και συστηματική ιεράρχηση έργων.

Η ενοποίηση, βέβαια, δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αποτελεσματικότητας. Χρειάζονται σαφείς αρμοδιότητες, διαφάνεια, οικονομική εποπτεία και μετρήσιμοι στόχοι.

Η Κύπρος δεν χρειάζεται απλώς περισσότερο νερό. Χρειάζεται έναν θεσμικό μηχανισμό που να αποφασίζει πόσο νερό χρειάζεται, από ποιες πηγές, με ποιες επενδύσεις και με ποιο κόστος.

Σε μια χώρα όπου το νερό αποτελεί τόσο σπάνιο και στρατηγικό πόρο, ο τρόπος διαχείρισής του δεν είναι απλώς ζήτημα δημόσιας διοίκησης. Είναι ζήτημα οικονομικής πολιτικής, επενδυτικών επιλογών και μακροχρόνιας ασφάλειας. Γι’ αυτό και η πρόταση για μια ενιαία Αρχή Υδάτων αξίζει να εξεταστεί σοβαρά, με κριτήριο όχι τη θεσμική ενοποίηση καθεαυτή, αλλά το κατά πόσο μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις, χαμηλότερο συνολικό κόστος και αποτελεσματικότερη διαχείριση ενός από τους σημαντικότερους πόρους της χώρας.

*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ