Στην εποχή της μεγάλης αβεβαιότητας οι επενδυτικές αποφάσεις κυβερνήσεων και επιχειρήσεων δεν λαμβάνονται αποκλειστικά στη βάση του κόστους και του επιδιωκόμενου κέρδους αλλά κυρίως, στον συνυπολογισμό του πολιτικού και οικονομικού ρίσκου, ειδικά σε ταραγμένες γεωγραφικές περιοχές.
Καθώς όλες οι οικονομικές εξαρτήσεις εργαλειοποιούνται και οι αγορές μετατρέπονται, τρόπον τινά, σε εμπόλεμες ζώνες, έχει καθοριστική σημασία ο περιορισμός της πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης της οικονομικής αβεβαιότητας βρίσκεται σήμερα στο υψηλότερο σημείο του για τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, αυξημένος κατά 50% από τους ιστορικούς μέσους όρους.
Σύμφωνα μάλιστα με την Έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ Global Risk Report για το 2026, οι γεω-οικονομικές αντιπαραθέσεις αποτελούν για τους ερωτώμενους τον πρώτο κίνδυνο στα επόμενα χρόνια.
Οι παγκόσμιες παρατηρούμενες μέγα-τάσεις (ή, κατά άλλους, μέγα-απειλές) της γεωπολιτικής αναταραχής, της ραγδαίας τεχνολογικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης και της δημογραφικής συρρίκνωσης, δεν αποτελούν απλά κυρίαρχες επενδυτικές τάσεις αλλά συνιστούν αλλαγές μεγάλης κλίμακας που μετασχηματίζουν ταχύτατα το διεθνές περιβάλλον στο κράτος, την οικονομία, την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις.
Από την επιτυχή προσαρμογή κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και κοινωνιών σε αυτές τις αλλαγές θα κριθεί τελικά η ευημερία τους στο νέο κόσμο που διαμορφώνεται. Διαφαίνεται λοιπόν ότι τουλάχιστον την επόμενη πενταετία θα κυριαρχήσουν τέσσερις επενδυτικές τάσεις:
- Πρώτον, οι επενδύσεις στην τεχνολογία αιχμής, όπως στην Τεχνητή Νοημοσύνη και την αυτοματοποίηση, το υπολογιστικό νέφος (cloud computing), την κυβερνο-ασφάλεια, τους ημιαγωγούς (semiconductors). Ειδικά δε η ΤΝ πυροδοτεί μία επενδυτική έκρηξη αντίστοιχη με αυτή του διαδικτύου τη δεκαετία του 1990 ή ακόμη παλαιότερα θα έλεγα με αυτή του σιδηροδρόμου τον δέκατο ένατο αιώνα. Η Morgan Stanley προβλέπει ότι ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης θα αποφέρει ετήσια έσοδα της τάξης του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων μέχρι το 2050.
- Δεύτερο, οι επενδύσεις στην «καθαρή ενέργεια», κύρια στην αποθήκευση ενέργειας (μπαταρίες) καθώς η παγκόσμια ενεργειακή κρίση επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση. Οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή κατέδειξαν τη σημασία της μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης των κρατών και των αγορών από μοναδικούς προμηθευτές.
- Τρίτο, οι επενδύσεις στις υπηρεσίες υγείας και τη βιοτεχνολογία για φαρμακευτικές εφαρμογές.
- Τέταρτο, οι επενδύσεις σε υποδομές μεταφορών και επικοινωνιών στο βαθμό που οι γεωπολιτικές μεταβολές αναδιατάσσουν τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Στο περιβάλλον της «υπερ-συνδεσιμότητας» (hyper-connectivity) εθνικές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για τον έλεγχο των κρίσιμων φυσικών και ψηφιακών υποδομών της παγκοσμιοποίησης (θαλάσσιες και χερσαίες μεταφορές και λιμένες, καλώδια και αγωγοί).
Οι παραπάνω τάσεις συναντώνται με τις γεωστρατηγικές διεργασίες στην ευρύτερη περιοχή της Νότιας Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου αναδιαμορφώνοντας τον γεωπολιτικό και επενδυτικό χάρτη. Ο ιστορικός Φερνάν Μπρωντέλ μίλησε για την «ευρύτερη Μεσόγειο», τα όρια της οποίας εκτείνονται από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Σαχάρα. Επεσήμανε δε τον χαρακτήρα της «παγκόσμιας Μεσογείου», τα εμπορικά δίκτυα της οποίας διαρκώς αναδιαμορφώνουν τον οικονομικό και εμπορικό χάρτη της περιοχής.
Αυτή η γεωοικονομική διάσταση της Μεσογείου ως χώρος που συναντιούνται η Ευρώπη, η Ασία και η Αφρική, αποκτά σήμερα ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς κράτη και επιχειρήσεις αναζητούν νέους εμπορικούς διαδρόμους και νέους αξιόπιστους οικονομικούς εταίρους, προκειμένου να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μεγάλο πρότζεκτ του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) καθώς πρόκειται για ένα έργο υψηλής στρατηγικής σημασίας που συνδυάζει υποδομές μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, συνδέοντας την Ινδία με τις αγορές της Ευρώπης μέσω της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο ρόλος της Ελλάδας και της Κύπρου σε αυτές τις διεργασίες παρουσιάζεται αναβαθμισμένος, τόσο λόγω της γεωστρατηγικής τους θέσης, όσο και λόγω της οικονομικής τους δυναμικής, αλλά και της στενότερης διμερής τους συνεργασίας. Οι χώρες μας διατηρούν στενές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με τον συνολικό όγκο των συναλλαγών τους να αυξάνεται διαρκώς. Ακόμη περισσότερο υποσχόμενες είναι οι προοπτικές περαιτέρω εμβάθυνσης της οικονομικής μας συνεργασίας.
Σύμφωνα με το νέο Στρατηγικό Σχέδιο Εξωστρέφειας 2026-2030 ο όγκος του διμερούς εμπορίου μπορεί τα επόμενα χρόνια να φτάσει τα έξι δις ευρώ από τα τέσσερα δις ευρώ που βρίσκεται σήμερα. Σε ότι δε αφορά στις ξένες επενδύσεις σημειώνω ότι το επενδυμένο κεφάλαιο της Ελλάδας στην Κύπρο ξεπερνά τα οκτώ δις ευρώ, ενώ το επενδυμένο κεφάλαιο της Κύπρου στην Ελλάδα φτάνει τα 6,7 δις ευρώ.
Έχουμε ήδη διακριβώσει εκείνους τους τομείς όπου η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να συνεργαστούν στενότερα, τόσο στο διμερές εμπόριο όσο και στις επενδύσεις. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, τον τουρισμό, την αγροδιατροφή, τη ναυτιλία (όπου η αποκατάσταση της ναυτιλιακής μας σύνδεσης δείχνει και τις δυνατότητες που διανοίγονται).
Και βέβαια πρέπει να επισημάνουμε τον τομέα της ενέργειας (με έργα ενεργειακής διασύνδεσης, υδρογόνου, καινοτόμων τεχνολογιών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας), ειδικά μέσω των πλατφορμών τριμερούς συνεργασίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.
Η Κύπρος αποτελεί για την Ελλάδα μία κορυφαία προτεραιότητα της οικονομικής της διπλωματίας και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαμε να συν-διαμορφώσουμε έναν ενιαίο οικονομικό χώρο.
Ακόμη δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε παράγοντες όπως η πολιτική σταθερότητα, τα υγιή δημόσια οικονομικά, το φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον, οι οποίοι αποτελούν κρίσιμους δείκτες που επηρεάζουν τις τοποθετήσεις των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων. Και είναι γεγονός ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος έχουν εδώ και χρόνια αναδειχτεί σε ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς, υλοποιώντας συνεκτικά και φιλόδοξα προγράμματα μεταρρυθμίσεων. Η θέση τους μάλιστα στον διεθνή επενδυτικό χάρτη είναι πλέον αναβαθμισμένη ακριβώς και λόγω του ότι λειτουργούν ως δυνάμεις σταθερότητας σε έναν κόσμο αστάθειας.
Εν κατακλείδι, γεωπολιτική και οικονομία δείχνουν στην Ελλάδα και την Κύπρο την κατεύθυνση προς την οποία ήδη κινούμαστε με αποφασιστικά βήματα.
*Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι γενικός γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Εξωστρέφειας στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας και Πρόεδρος της Enterprise Greece.







