Για χρόνια, οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες και οι διεθνείς οργανισμοί μάς διαβεβαίωναν ότι ο πληθωρισμός ήταν ένα σχεδόν ξεχασμένο φαινόμενο. Η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική πρόοδος και η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και αγαθών υποτίθεται ότι είχαν δημιουργήσει ένα νέο οικονομικό καθεστώς σταθερότητας. Σήμερα, η πραγματικότητα έχει διαψεύσει αυτές τις βεβαιότητες.
Ο πληθωρισμός δεν είναι πλέον ένα παροδικό πρόβλημα ούτε μια απλή παρενέργεια κάποιων συγκυριακών κρίσεων. Αντίθετα, εξελίσσεται σε ένα από τα βασικά πεδία αντιπαράθεσης του 21ου αιώνα. Και ίσως ήρθε η ώρα να χαρακτηρίσουμε τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα: ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν παγκόσμιο πληθωριστικό πόλεμο.
Πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς στρατιωτικές στολές και επίσημες κηρύξεις. Έναν πόλεμο στον οποίο τα όπλα είναι οι τιμές της ενέργειας, οι πρώτες ύλες, τα επιτόκια, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι κυρώσεις και οι βιομηχανικές επιδοτήσεις. Και όπως σε κάθε πόλεμο, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο ότι η ενέργεια δεν αποτελεί απλώς οικονομικό αγαθό. Αποτελεί γεωπολιτικό όπλο. Όταν το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο ή η ηλεκτρική ενέργεια μετατρέπονται σε μέσα άσκησης πίεσης, ο πληθωρισμός γίνεται αναπόφευκτος. Οι αυξήσεις τιμών μεταφέρονται από τη βιομηχανία στις μεταφορές, από τις μεταφορές στα τρόφιμα και από τα τρόφιμα στο σύνολο της οικονομίας. Ο τελικός αποδέκτης είναι πάντα ο ίδιος: ο πολίτης.
Παράλληλα, οι μεγάλες δυνάμεις επιδίδονται σε μια πρωτοφανή μάχη οικονομικής αναδιάταξης. ΗΠΑ, Κίνα και Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο για αγορές. Ανταγωνίζονται για έλεγχο εφοδιαστικών αλυσίδων, στρατηγικών μετάλλων, ημιαγωγών, τεχνολογιών αιχμής και ενεργειακών πόρων. Ο οικονομικός εθνικισμός επιστρέφει δυναμικά, έστω κι αν σπάνια αποκαλείται έτσι.
Οι ίδιες χώρες που για δεκαετίες υπερασπίζονταν το ελεύθερο εμπόριο, σήμερα επιδοτούν μαζικά τις δικές τους βιομηχανίες, υψώνουν νέους εμπορικούς φραγμούς και επαναπατρίζουν παραγωγικές δραστηριότητες. Η λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία» μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά έχει και κόστος. Και το κόστος αυτό είναι πληθωριστικό.
Η εποχή του φθηνού εργατικού δυναμικού και των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής που λειτουργούσαν με χειρουργική ακρίβεια φαίνεται να τελειώνει. Στη θέση της αναδύεται ένας κατακερματισμένος κόσμος, όπου η γεωπολιτική υπερισχύει της οικονομικής αποτελεσματικότητας.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να πληρώσουν περισσότερα για να παράγουν και οι καταναλωτές περισσότερα για να αγοράσουν.
Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες εμφανίζονται ως οι στρατηγοί αυτού του ακήρυχτου πολέμου. Αυξάνουν επιτόκια για να περιορίσουν τον πληθωρισμό, αλλά οι ίδιες γνωρίζουν ότι μεγάλο μέρος του προβλήματος δεν προέρχεται πλέον από την υπερβάλλουσα ζήτηση.
Προέρχεται από περιορισμούς στην προσφορά, από γεωπολιτικές εντάσεις και από στρατηγικές επιλογές κρατών. Με άλλα λόγια, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ένα δομικό πρόβλημα με εργαλεία σχεδιασμένα για κυκλικές κρίσεις.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι πολλές κυβερνήσεις έχουν αντικρουόμενα κίνητρα. Από τη μία πλευρά δηλώνουν αποφασισμένες να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό. Από την άλλη, ο πληθωρισμός λειτουργεί ως ένας αθόρυβος μηχανισμός απομείωσης του δημόσιου χρέους. Σε έναν κόσμο υπερχρεωμένων κρατών, η απόλυτη επιστροφή στη νομισματική σταθερότητα ίσως να μην είναι τόσο ελκυστική όσο παρουσιάζεται δημοσίως.
Στο μεταξύ, η πράσινη μετάβαση, όσο αναγκαία κι αν είναι, προσθέτει νέες πιέσεις. Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών απαιτεί τρισεκατομμύρια επενδύσεων, τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών και εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για μια ιστορική αναδιάρθρωση της παραγωγής, η οποία δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντικές πληθωριστικές επιπτώσεις.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι ο πληθωρισμός παύει να αποτελεί καθαρά οικονομικό φαινόμενο. Μετατρέπεται σταδιακά σε μηχανισμό αναδιανομής ισχύος. Οι χώρες προσπαθούν να μεταφέρουν το κόστος στους ανταγωνιστές τους. Οι επιχειρήσεις το μετακυλούν στους καταναλωτές. Οι κυβερνήσεις στους φορολογούμενους. Και οι κεντρικές τράπεζες στους δανειολήπτες.
Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του παγκόσμιου πληθωριστικού πολέμου: μια διαρκής μάχη για το ποιος θα απορροφήσει το βάρος των ενεργειακών κρίσεων, των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, των τεχνολογικών μετασχηματισμών και των συσσωρευμένων χρεών του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Η μεγαλύτερη πλάνη της εποχής μας είναι ότι θεωρούμε τον πληθωρισμό ως ένα προσωρινό στατιστικό μέγεθος που κάποια στιγμή θα επιστρέψει στους στόχους των κεντρικών τραπεζών. Ίσως, όμως, ο πληθωρισμός να μην είναι πλέον η ασθένεια. Ίσως να είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης παγκόσμιας ανακατανομής οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Και αν αυτό ισχύει, τότε ο παγκόσμιος πληθωριστικός πόλεμος δεν βρίσκεται μπροστά μας. Βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
*Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος.







