Τα σιτηρά αποτελούν βασικό αγαθό με κοινωνική, πολιτική και οικονομική βαρύτητα. Η εμπειρία των τελευταίων ετών, από την πανδημία έως τον πόλεμο στην Ουκρανία, ανέδειξε κάτι διαχρονικό για χώρες όπως η Κύπρος: η επισιτιστική επάρκεια και η σταθερότητα τιμών δεν είναι δεδομένες, αλλά αποτέλεσμα θεσμικών επιλογών. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι η ύπαρξη κινδύνου τιμών, αλλά η απουσία θεσμικών μηχανισμών που να τον απορροφούν.
Η εγχώρια παραγωγή σίτου στην Κύπρο είναι περιορισμένη και έντονα μεταβλητή. Όπως αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 1, την περίοδο 2013–2023 η ετήσια παραγωγή κυμάνθηκε από μόλις 4,4 χιλ. τόνους έως περίπου 35 χιλ. τόνους, χωρίς σταθερή τάση. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ακόμη και στα καλύτερα έτη η παραγωγή δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος μηχανισμός εξομάλυνσης της αγοράς.
Διάγραμμα 1 - Εγχώρια παραγωγή σιταριού[[1]
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τη σύγκριση παραγωγής και εισαγωγών. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2, ακόμη και σε έτη αυξημένης εγχώριας παραγωγής, οι εισαγωγές παραμένουν ο βασικός πυλώνας τροφοδοσίας και συχνά υπερβαίνουν κατά πολλαπλάσιο τους εγχώριους όγκους. Σε μια τέτοια αγορά, η απουσία εργαλείων διαχείρισης κινδύνου τιμών συνεπάγεται τη μεταφορά της διεθνούς μεταβλητότητας αυτούσια στο εγχώριο σύστημα.
Διάγραμμα 2 - Εισαγωγές vs. Παραγωγή Σιταριού[[1]
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σαφής στην περίπτωση του αραβοσίτου. Όπως αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 3, η εγχώρια παραγωγή είναι πρακτικά μηδενική και η αγορά βασίζεται αποκλειστικά στις εισαγωγές, οι οποίες κυμαίνονται διαχρονικά μεταξύ περίπου 160 και 340 χιλ. τόνων ετησίως. Εδώ, ο κίνδυνος τιμών δεν συνδέεται με διακύμανση της παραγωγής, αλλά αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό της αγοράς.
Διάγραμμα 3 - Εισαγωγές Αραβόσιτου[[1]
Η υπό συζήτηση συμφωνία Ε.Ε.–Mercosur ενισχύει περαιτέρω αυτή τη διαρθρωτική έκθεση. Η βαθύτερη ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής αγοράς σε παγκόσμιες ροές αγροτικών προϊόντων αυξάνει τη συσχέτιση με διεθνείς κύκλους μεταβλητότητας και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Για μικρές, εισαγωγικές αγορές όπως η κυπριακή, η απελευθέρωση του εμπορίου συνεπάγεται ταχύτερη και λιγότερο φιλτραρισμένη μετάδοση των διεθνών διακυμάνσεων, καθιστώντας ακόμη πιο κρίσιμη την ύπαρξη μηχανισμών απορρόφησης του κινδύνου.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ανάλυση επικεντρώνεται στον σίτο και τον αραβόσιτο. Πρόκειται για τα δύο βασικά προϊόντα της αγοράς δημητριακών για τα οποία υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα και επαρκώς ρευστά εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου σε οργανωμένα χρηματιστήρια εμπορευμάτων. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κίνδυνος τιμών, αλλά ποιος τον διαχειρίζεται και με ποια θεσμική αρχιτεκτονική.
Στο παρελθόν, το κράτος διέθετε θεσμικό εργαλείο για τη διαχείριση αυτής της έκθεσης. Η Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου είχε σχεδιαστεί ώστε να διασφαλίζει επάρκεια και σταθερότητα, συνδυάζοντας εισαγωγές, φυσική υποδομή και κεντρικό ρόλο στην αγορά. Μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ρόλος αυτός αποδυναμώθηκε χωρίς να αντικατασταθεί από μια σύγχρονη στρατηγική, αφήνοντας πίσω ένα σαφές θεσμικό κενό.
Με το κλείσιμο της Επιτροπής, τα σιλό της Λεμεσού πέρασαν στην κυριότητα του κράτους και έκτοτε αναζητείται στρατηγικός επενδυτής. Η συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στην εμπορική αξιοποίηση της υποδομής. Όμως το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιος θα τα αναλάβει, αλλά με ποια αποστολή.
Τα σιλό δεν είναι απλές αποθήκες. Αποτελούν στρατηγική υποδομή, καθώς επιτρέπουν την αποθήκευση χρόνου. Χωρίς σιλό, τα εισαγόμενα φορτία πρέπει να διατεθούν άμεσα στην αγορά, χωρίς δυνατότητα σταδιακής αποδέσμευσης ή εξομάλυνσης της προσφοράς. Η αγορά λειτουργεί έτσι αποκλειστικά σε spot καθεστώς, πλήρως εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις.
Η ιδιωτικοποίηση ή παραχώρηση των σιλό δεν είναι εκ των προτέρων λανθασμένη. Χωρίς όμως σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, ο ιδιώτης θα κινηθεί αναπόφευκτα με βάση την εμπορική απόδοση, αφήνοντας εκτός τη διάσταση των στρατηγικών αποθεμάτων και της διαχείρισης κινδύνου. Η αλλαγή ιδιοκτησίας δεν ισοδυναμεί με επίλυση του προβλήματος.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο δυνητικός ρόλος του συνεργατισμού. Όχι ως εμπορικός trader, αλλά ως θεσμικός πυλώνας που μπορεί να στηρίξει τη διατήρηση αποθεμάτων, τη χρηματοδότηση της αποθήκευσης και την εφαρμογή εργαλείων αντιστάθμισης κινδύνου, υπό σαφές πλαίσιο εποπτείας. Ένας σύγχρονος συνεργατικός φορέας μπορεί να γεφυρώσει το κενό μεταξύ αγοράς και δημόσιου συμφέροντος χωρίς να μετατραπεί σε μηχανισμό κρατικού παρεμβατισμού.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Είναι αν θέλουμε μια αγορά σιτηρών που απλώς λειτουργεί σε κανονικές συνθήκες ή μια αγορά που αντέχει όταν οι συνθήκες πάψουν να είναι κανονικές. Χωρίς αυτή τη διάκριση, η συζήτηση για τα σιλό παραμένει διαχειριστική και όχι στρατηγική.
[1] Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου.
*Ιδρυτής πλατφόρμας CERGO (www.cergo.org)







